Εξωσωματική γονιμοποίηση
Η γονιμότητα είναι ένα θέμα που απασχολεί αργά ή γρήγορα ένα ποσοστό των ζευγαριών και επηρεάζει άμεσα τις σχέσεις των δύο συντρόφων. Για τα περισσότερα ζευγάρια η επιθυμία απόκτησης παιδιών πραγματοποιείται χωρίς προβλήματα. Ωστόσο, ένα στα έξι ζευγάρια δεν επιτυγχάνει το στόχο αυτό χωρίς ιατρική βοήθεια. Συγκεκριμένα, υπολογίζεται ότι 250.000-300.000 ζευγάρια στην Ελλάδα, που προσπαθούν να αποκτήσουν παιδιά μετά από ένα χρόνο επαφής χωρίς προφυλάξεις, παρουσιάζουν πρόβλημα υπογονιμότητας.
Ο ρόλος της γυναίκας στη σύγχρονη κοινωνία της εξασφαλίζει όλες τις ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης. Λόγω της καριέρας τους, αρκετές γυναίκες αναβάλλουν την απόκτηση παιδιών μετά τα 30-35 έτη, αφού καταφέρουν να εδραιωθούν επαγγελματικά. Το γεγονός αυτό μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητά τους, καθώς η ποιότητα των ωαρίων μεταβάλλεται με την ηλικία, με αποτέλεσμα η πιθανότητα μιας γυναίκας να μείνει έγκυος να μειώνεται μετά τα 35 έτη.
Αν και επικρατεί η άποψη ότι κυρίως η γυναίκα ευθύνεται για την αδυναμία απόκτησης παιδιών, ενδεχομένως να ευθύνονται και οι δύο σύντροφοι και μάλιστα στον ίδιο βαθμό. Για το λόγο αυτό, τα ζευγάρια δεν πρέπει να αντιμετωπίζουν την υπογονιμότητα ως θέμα ταμπού, αλλά να αναζητούν άμεση ιατρική συμβουλή μετά από ένα χρόνο χωρίς εγκυμοσύνη. Μετά από 30 χρόνια παγκόσμιας εφαρμογής, η εξωσωματική γονιμοποίηση αποτελεί μια αξιόπιστη λύση και η θεραπεία είναι λιγότερο πολύπλοκη από όσο φαντάζονται οι δύο σύντροφοι.
Η πρώτη γέννηση παιδιού με εξωσωματική γονιμοποίηση πραγματοποιήθηκε στην Αγγλία το 1978. Από τότε, υπολογίζεται ότι περίπου 3,5 εκατομμύρια παιδιά έχουν έρθει στον κόσμο ως αποτέλεσμα κάποιας μεθόδου υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Οι εξελίξεις στην εξωσωματική γονιμοποίηση οδηγούν πλέον στην ετήσια γέννηση περίπου 250.000 παιδιων παγκόσμια. Τι έχει συμβεί πραγματικά τα τελευταία χρόνια, ώστε η μέθοδος αυτή να είναι εύκολη, επιτυχημένη και ασφαλής, τόσο για το ζευγάρι που κάνει τη θεραπεία όσο και για το παιδί που θα γεννηθεί;
Τα βήματα της θεραπείας είναι αρκετά απλά. Η γυναίκα λαμβάνει ορμόνες με τη μορφή ενέσεων, για να πραγματοποιηθεί η ωρίμανση περισσότερων ωαρίων στην ωοθήκη. Στο διάστημα αυτό η γυναίκα παρακολουθείται με υπερηχογραφήματα και λήψεις αίματος για έλεγχο των ορμονών. Όταν ωριμάσουν τα ωάρια, αφαιρούνται από την ωοθήκη με μια βελόνα, η οποία περνά από τον κόλπο και αφαιρεί το υγρό από τα ωοθυλάκια. Η διαδικασία της ωοληψίας πραγματοποιείται με ελαφρά νάρκωση, διαρκεί λίγα λεπτά και δεν απαιτεί μεγαλύτερη χειρουργική επέμβαση. Τα ωάρια που αφαιρούνται τοποθετούνται στο εργαστήριο μαζί με το σπέρμα του άνδρα για να γίνει η γονιμοποίηση και να προκύψουν τα έμβρυα. Κάποια από τα έμβρυα τοποθετούνται στη μήτρα χωρίς νάρκωση δύο με πέντε μέρες αργότερα με ένα μικρό καθετήρα κατά την εμβρυομεταφορά, ενώ τα υπόλοιπα καταψύχονται, για να χρησιμοποιηθούν σε μια επόμενη προσπάθεια. Το τεστ εγκυμοσύνης προγραμματίζεται δυο εβδομάδες αργότερα.
Το μυστικό της επιτυχίας κρύβεται στις λεπτομέρειες. Για να καταφέρουμε σήμερα να μιλάμε για ποσοστά εγκυμοσύνης πάνω από 40% σε ορισμένες περιπτώσεις, έπρεπε να εξελιχθούν σημαντικά όλα τα βήματα της μεθόδου που αναφέρθηκαν παραπάνω, ξεκινώντας από τις ορμόνες που χρησιμοποιεί η γυναίκα για την προετοιμασία των ωοθηκών πριν την ωοληψία. Οι ανασυνδυασμένες ορμόνες που χρησιμοποιούνται σήμερα προσφέρουν ένα εξαιρετικά ευνοϊκό προφίλ ασφάλειας. Η χορήγησή τους μέσω της πένας επιτρέπει την ακριβή ρύθμιση της δόσης, προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις κάθε προσπάθειας. Επιπλέον, μία νέα ορμόνη, που χορηγείται μια μόνο φορά και έχει δράση μιας εβδομάδας, αντικαθιστά τις καθημερινές ενέσεις και κάνει τη θεραπεία της γυναίκας πριν την εξωσωματική γονιμοποίηση απλούστερη και ευκολότερη. Εξάλλου, όλες οι μέχρι τώρα μελέτες δείχνουν ότι ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου λόγω χρήσης ορμονών δεν είναι μεγαλύτερος για τις γυναίκες που έκαναν προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης στο παρελθόν.
Σε περίπτωση που η υπογονιμόνητα οφείλεται σε χαμηλό αριθμό και κινητικότητα ή ανώμαλη μορφολογία των σπερματοζωαρίων, εφαρμόζεται η μικρογονιμοποίηση (ICSI). Με τη μέθοδο αυτή μπορεί να τοποθετηθεί ξεχωριστά ένα σπερματοζωάριο μέσα στο ωάριο, έτσι ώστε να επιτευχθεί η δημιουργία εμβρύου. Έτσι, επιτυγχάνεται γονιμοποίηση σε ποσοστό πάνω από 60% ακόμη και σε ασθενείς με αρκετά χαμηλή συγκέντρωση σπέρματος ή έλλειψη κινούμενων σπερματοζωαρίων στο σπέρμα. Μάλιστα, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν σπερματοζωάρια στο σπέρμα υπάρχει η μέθοδος ΤΕSE, δηλαδή η λήψη σπερματοζωαρίων από τον ιστό του όρχι μέσω βιοψίας. Με τη νέα μέθοδο IMSI μεγεθύνεται το σπερματοζωάριο τόσο πολύ στο μικροσκόπιο, που φαίνονται ακόμη και ελάχιστα ανώμαλες μορφές σπερματοζωαρίων, για να αποκλειστεί η χρήση ελαττωματικών σπερματοζωαρίων για γονιμοποίηση. Αν ωστόσο η χρήση σπερματοζωαρίων του συντρόφου δεν είναι δυνατή, η χρήση δανεικού σπέρματος οδηγεί σε εξίσου υψηλές πιθανότητες απόκτησης παιδιών.
Οι εγκαταστάσεις των εργαστηρίων εξωσωματικής γονιμοποίησης και η εμπειρία των εμβρυολόγων είναι σημαντικός παράγοντας επιτυχίας, μια και η επιλογή του καλύτερου δυνατού εμβρύου καθορίζει απόλυτα το αποτέλεσμα της προσπάθειας. Οι εξελίξεις στον τομέα αυτό είναι ραγδαίες, τόσο με τη δυνατότητα καλλιέργειας των εμβρύων ως το στάδιο της βλαστοκύστης, ώστε να αυξηθεί η πιθανότητα εμφύτευσης των εμβρύων στη μήτρα, όσο και με την προεμφυτευτική διάγνωση, δηλαδή την εξέταση του γενετικού υλικού του εμβρύου πριν την τοποθέτησή του στη μήτρα. Με τον τρόπο αυτό αποκλείονται γενετικά νοσήματα που προϋπάρχουν στην οικογένεια ή εξασφαλίζεται ότι το παιδί που θα γεννηθεί δεν πάσχει από νόσους που οφείλονται σε ελαττωματικό αριθμό χρωμοσωμάτων, όπως το σύνδρομο Down. Επιπλέον, δίνεται σε ένα σύγχρονο εργαστήριο εξωσωματικής γονιμοποίησης η δυνατότητα συνεχούς παρακολούθησης της ανάπτυξης των εμβρύων, μέσω μετρήσεων του μεταβολισμού τους ή ακόμη και συνεχούς παρατήρησης της εξέλιξης των κυττάρων τους με ειδική κάμερα (time lapse).
Η σύγχρονη ζωή απαιτεί να προγραμματίζει η γυναίκα την οικογένειά της χωρίς τους χρονικούς περιορισμούς που επιβάλλει η βιολογική της ηλικία. Εδώ και μερικά χρόνια η χρήση κατεψυγμένων ωαρίων ή κατεψυγμένου τμήματος ωοθήκης αποτελεί μια νέα μέθοδο διατήρησης γονιμότητας για νέες γυναίκες που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά αργότερα ή γυναίκες που πρέπει να κάνουν χημειοθεραπεία λόγω καρκίνου. Ακόμη και σε γυναίκες που έχουν φτάσει πρόωρα στην εμμηνόπαυση και δεν μπορούν να αποκτήσουν παιδιά με δικά τους ωάρια, η εξωσωματική γονιμοποίηση με χρήση ξένων ωαρίων μπορεί να δώσει μια ασφαλή λύση.
Ωστόσο, όσο και αν οι εξελίξεις στον τομέα της τεχνολογίας είναι σημαντικές, η καλή σχέση του γιατρού με το ζευγάρι είναι το κλειδί της επιτυχίας. Η καλή ψυχολογική κατάσταση του ζευγαριού πριν από οποιαδήποτε θεραπεία παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο με τις προσπάθειες του γιατρού και την εμπειρία του εργαστηρίου. Η συνεργασία με το γιατρό πρέπει να πραγματοποιείται σε προσωπικό επίπεδο και με ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης. Η θεραπεία προσαρμόζεται στις ανάγκες του ζευγαριού, μια και κάθε περίπτωση είναι ειδική και πρέπει να προσεγγίζεται με την ανάλογη διακριτικότητα και ευαισθησία. Έτσι, με τη βοήθεια της εξωσωματικής γονιμοποίησης το όνειρο απόκτησης παιδιών θα γίνει σύντομα πραγματικότητα.
Δρ Ιωάννης Ζερβομανωλάκης, Μαιευτήρας-Χειρουργός Γυναικολόγος, εξειδικευμένος στην Εξωσωματική Γονιμοποίηση. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Βόννης Γερμανίας, τ. Αναπληρωτής Διεθυντής Κλινικής Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Πανεπιστημίου Innsbruck Αυστρίας, Επιστημονικός Συνεργάτης Μονάδας Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Κλινικής Μητέρα. www.cryofertility.gr